Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΓΑΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΡΙΓΑΝΕΛΑΙΟ

Τα αιθέρια έλαια της ρίγανης


Τα αποτελέσματα των μέχρι σήμερα ερευνητικών εργασιών στον Ελληνικό χώρο έδειξαν ότι τα διαφορετικά είδη “ρίγανης” παρουσιάζουν ένα μεγάλο εύρος στην περιεκτικότητα σε αιθέρια έλαια και το περιεχόμενο τους σε καρβακρόλη  (το δραστικό συστατικό που ζητείται) όπως φαίνεται στον Πίνακα.


Πίνακας : Περιεκτικότητα σε αιθέρια έλαια και καρβακρόλη διαφορετικών ειδών  ρίγανης

Είδη
Περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο
(mL 100 g-1 ξηρού βάρους)
Διεθνές Εμπορικό Όνομα
Περιεκτικότητα σε καρβακρόλη
(% του συνολικού αιθερίου ελαίου)
1.   Coridothymus capitatus
1.0 - 3.5
Spanish oregano
45.0 - 81.0
2.   Satureja thymbra
1.0 - 4.0

3.0 - 21.0
3.   Origanum onites
1.8 - 4.5
Turkish oregano
51.0 - 84.5
4.   Origanum vulgare subsp. vulgare
0.1 - 0.3

< 2%
5.   O. vulgare subsp. viridulum
0.3 - 0.9

40.0 - 45.0
6.  O. vulgare subsp. hirtum
3.0 - 8.2
Greek oregano
60.0 - 95.0



 Γιατί Ελληνική Ρίγανη : Origanum vulgare subsp. Hirtum

Το πλέον ποικιλόμορφο υποείδος του είναι το O. vulgare subsp. hirtum που θεωρείται διεθνώς ως το καλύτερο “είδος ρίγανης”.  Aυτό είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε αιθέρια έλαια και μάλιστα σε μερικές περιπτώσεις παρουσιάζει εξαιρετικά μεγάλες αποδόσεις που φθάνουν τα 8.2mL 100g-1 ξηρού βάρους (8,2%). Να σημειωθεί ότι παρόμοιες τιμές περιεκτικότητας σε αιθέριο έλαιο δεν έχουν αναφερθεί σε κανένα άλλο αρωματικό φυτό στον κόσμο.
Το O. vulgare subsp. vulgare από την άλλη μεριά, είναι πολύ φτωχό σε αιθέρια έλαια τα οποία χαρακτηρίζονται από πολύ μικρή συμμετοχή καρβακρόλης. Έτσι, η εμπορική αξία των φυτών “ρίγανης” που ανήκουν στο υποείδος αυτό είναι πολύ μικρή.
Το O. vulgare subsp. viridulum παρουσιάζει μία ενδιάμεση συμπεριφορά σε σχέση με την παραγωγή αιθερίων ελαίων και την ποσότητα καρβακρόλης.
Η ελληνική ρίγανη (O. vulgare subsp. hirtum )πλεονεκτεί σε σχέση με την Ισπανική και την Τουρκική στο ότι περιέχει μεγαλύτερη ποσότητα αιθέριου ελαίου, που κυμαίνεται από 3.0-8.2 mL/100g ξηρού βάρους. Αυτό οφείλεται στη γεωγραφική θέση και το κλίμα της Ελλάδας.  Επίσης το υποείδος hirtum (Greek oregano) που επιλέχθηκε για καλλιέργεια διακρίνεται για την υψηλή περιεκτικότητα σε καρβακρόλη (60-95%) στην οποία αποδίδονται οι παρακάτω βιολογικές δράσεις: αντιαθηροσκληροτική, αναισθητική, αντιαλτσχάιμερ, αντιδιουριτική, αντιβακτηριδιακή, αντισηπτική, αντιφλεγμονώδης, αντιοξειδωτική, αντισπασμοδική, εντεροχαλαρωτική, αρωματική, μυκητοκτόνος, νηματοδοκτόνος, αντιρευματική κ.α.


Η ρίγανη καλλιεργείται για τη χρησιμοποίησή της ως μπαχαρικό (Dried oregano - Whole or ground leaves) σε πολλές περιοχές, κυρίως εκτός Ελλάδος, και ονομάζεται «μπαχαρικό της πίτσας» για τον προφανή λόγο που υποδηλώνει ο όρος : χρησιμοποιείται πάρα πολύ στις πίτσες σαν ένα μπαχαρικό που δίνει εξαιρετική γεύση. Στην κουζίνα η ρίγανη καταλαμβάνει περίοπτη θέση αφού χρησιμοποιείται πάρα πολύ και κυρίως σε ψητά κρεατικά και σε σαλάτες.
 Η ρίγανη καλλιεργείται επίσης για την παραλαβή του αιθέριου ελαίου (Oregano essential oil). Τα αιθέρια έλαια των διαφορετικών “ειδών ρίγανης” έχουν αντιοξειδωτικές ιδιότητες και χρησιμοποιούνται ως συντηρητικό στη βιομηχανία τροφίμων (ιδιαίτερα συχνά στα αλλαντικά). Τελευταία μάλιστα έχει επεκταθεί η χρήση της από βιομηχανίες παραγωγής τροφίμων και «σνάκς», οι οποίες χρησιμοποιούν τα αιθέρια έλαια για να προσθέσουν τη γεύση της ρίγανης στα προϊόντα τους (πατατάκια, σάλτσες κ.α.).
 Επίσης, πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι αυτά χαρακτηρίζονται από ισχυρή αντιμικροβιακή δράση και για το λόγο αυτό διαπιστώνεται έξαρση ζήτησης για την παραγωγή σκευασμάτων πρόσθετων στις ζωοτροφές στη χοιροτροφία και την πτηνοτροφία
Ένας επίσης πάρα πολύ σημαντικός σκοπός για τον οποίο καλλιεργείται η ρίγανη είναι για το αιθέριο έλαιο που χρησιμοποιείται από τη βιομηχανία φαρμάκων και αρωμάτων, κάνοντας χρήση των εξαιρετικών ιδιοτήτων του που προαναφέρθηκαν.

Αιθέρια Έλαια των MAP ως Συντηρητικά Τροφίμων


Τα τελευταία χρόνια τα βότανα άρχισαν να χρησιμοποιούνται ως φυσικά πρόσθετα στα τρόφιμα έναντι των χημικών προσθέτων, επειδή αυτά έχουν κατηγορηθεί ότι μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή του καταναλωτή. Η ρίγανη (Origanum vulgare ssp hirtum), το θυμάρι (Τhymus vulgaris) και άλλα είδη MAP που απαντούν στην ελληνική φύση και η χρήση τους ως φυσικών προσθέτων στα τρόφιμα ερευνάται τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτά τα είδη είναι πλούσια σε φαινόλες που χαρακτηρίζονται από σημαντικές αντιμικροβιακές και αντιοξειδωτικές ιδιότητες. Η καρβακρόλη και η θυμόλη είναι οι δύο κυριότερες φαινόλες που ανευρίσκονται σε μεγαλύτερη αναλογία στη ρίγανη και το θυμάρι. Η ρίγανη, το θυμάρι παρουσιάζουν σημαντικές αντιμικροβιακές ιδιότητες κατά διαφόρων παθογόνων μικροοργανισμών των τροφίμων, όπως Staphylococcus aureus, E. coli, E. coli O157:H7, Salmonella typhimurium, Yersinia enterocolitica, Campylobacter jejuni ή Listeria monocytogenes. Σημαντική είναι και η αντιμυκητιακή δράση των βοτάνων αυτών κατά μυκήτων, όπως Aspergillus spp. και Candida spp. που μπορούν να αναπτυχθούν στα τρόφιμα και να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία του καταναλωτή. Οι αντιοξειδωτικές και αντιμικροβιακές τους ιδιότητες έχουν διαπιστωθεί τόσο σε in vitro πειράματα όσο και σε πειράματα με τρόφιμα. Η χορήγηση του αιθέριων ελαίων της ρίγανης με την τροφή σε όρνιθες και ινδόρνιθες,  βρέθηκε ότι προστατεύει το λίπος του κρέατός τους από την οξείδωση, στη διάρκεια της συντήρησής του στην ψύξη ή την κατάψυξη.


Αιθέρια Έλαια των MAP ως Συντηρητικά Καλλυντικών


Η εμπόδιση της ανάπτυξης μικροοργανισμών κατά την παραγωγή και την αποθήκευση των καλλυντικών μπορούν να εξασφαλιστούν με καλές συνθήκες υγιεινής και μέσω GMP (good manufacturing practice). Παρόλα αυτά το πρόβλημα της μόλυνσης των καλλυντικών, κυρίως λόγω μούχλας, αντιμετωπίζεται με την χρησιμοποίηση μιας ομάδας οργανικών μορίων, παραγώγων του παρα-υδρόξυ-βενζοϊκού οξέος, γνωστά με την ονομασία parabens, τα οποία παρέχουν επαρκή προστασία όπου χρησιμοποιήθηκαν.
Στο πρόσφατο παρελθόν, η τοξικολογία των parabens αναθεωρήθηκε στην E.E. και τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με την αναθεώρηση αυτή τα parabens συνεχίστηκε μεν η χρήση τους στη συντήρηση των τροφίμων, αλλά επαναπροσδιορίστηκαν τα όρια για την ασφαλή χρήση των ουσιών αυτών (όριο 0,1%w/w για methyl- και propyl- paraben στα τρόφιμα).
Οι διφορούμενες απόψεις που επικρατούν σχετικά με την απόλυτα ασφαλή χρήση των parabens δημιουργούν την ανάγκη εύρεσης νέων τρόπων και μεθόδων συντήρησης των καλλυντικών. Ένας από τους μελλοντικούς εναλλακτικούς δρόμους δείχνει να οδηγεί στον χώρο των φυσικών προϊόντων.
Στις μέρες μας, οι καλά ενημερωμένοι καταναλωτές προτιμούν καλλυντικά παρασκευασμένα με φυσικά συστατικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα επιτυχημένης ελληνικής επιχείρησης που χρησιμοποιεί αιθέρια έλαια  MAP στα προϊόντα της είναι η APIVITA S.A. η οποία έχει μια σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα.
Τα τελευταία χρόνια, μελέτες δείχνουν ότι συστατικά όπως τα αιθέρια έλαια, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως συντηρητικά, είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με κάποιο άλλο συνθετικό συντηρητικό, το οποίο προφανώς θα χρησιμοποιηθεί σε μικρότερη συγκέντρωση στο προϊόν.
Η χρήση των αιθέριων ελαίων ως συντηρητικά των καλλυντικών μπορεί να εμφανίσει μια σειρά από πλεονεκτήματα, όπως η προσφορά ενός ελκυστικού αρώματος στο προϊόν, εγγυήσεις προστασίας από αρκετούς μικροοργανισμούς, αλλά και ενίσχυση των δερματολογικών ιδιοτήτων και της συντήρησης του τελικού προϊόντος. Θετική επίδραση έχει και στην εμπορική εικόνα του προϊόντος.

Η νομοθεσία για την πιστοποίηση και τυποποίηση  των πρόσθετων αιθέριων ελαίων MAP στα τρόφιμα διέπεται από τον Ελληνικό Κώδικα Τροφίμων και Ποτών υπό την εποπτεία του ΕΛΟΤ και του ΕΦΕΤ και είναι πλήρως εναρμονισμένη με τους κανονισμούς της Ε.Ε.
Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο το κανονιστικό πλαίσιο διαμορφώνεται με τη μορφή κανονισμών  από την Technical Committee ISO TC 34, “food products”, Subcommittee SC7 “Spices and condiments”, ενώ σε διεθνές επίπεδο ο FAA/WHO επιλαμβάνεται της έγκρισης χρήσης των πρόσθετων στα τρόφιμα επισημαίνοντας   ότι είναι σε καθεστώς συνεχούς αναθεώρησης κι ελέγχου για θέματα ασφάλειας καταναλωτή.            

Όπως  περιγράφεται παραπάνω πολλές φορές επιχειρήθηκε να καλλιεργηθεί το υποείδος O. vulgare subsp. Hirtum σε άλλες χώρες με γενετικό υλικό από την Ελλάδα με πολύ φτωχά αποτελέσματα στα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά στην περιεκτικότητα αιθέριων ελαίων (1-2%) και της καρβακρόλης (40-50%).  Συγκεκριμένα, αναφέρονται προσπάθειες που έγιναν στην Ολλανδία και τη Ρωσία για καλλιέργεια του υποείδους Hirtum, κι ενώ στην Ελλάδα οι αποδόσεις ήταν 6% σε αιθέριο έλαιο και 90% σε καρβακρόλη, στην Ολλανδία και τη Ρωσία οι αποδόσεις έπεσαν, από το 3ο έτος καλλιέργειας και μετά, σε 1,5-2% σε αιθέριο έλαιο και 50% σε καρβακρόλη.

Όσον αφορά στις άλλες Μεσογειακές χώρες, η κύρια παραγωγική δραστηριότητα στην παραγωγή ρίγανης και ριγανέλαιου παρατηρείται στην Ισπανία και την Τουρκία αλλά τα δεδομένα των ποσοτικών και ποιοτικών μεγεθών απόδοσης δεν συγκρίνονται με τα αντίστοιχα Ελληνικά όπως εμφανίζεται και στον Πίνακα. Είναι πολύ συνηθισμένο η παραγόμενη ρίγανη στις χώρες αυτές να «βαπτίζεται» Greek oregano για να διευκολύνεται η εμπορική διακίνηση.

Η ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΡΙΓΑΝΕΛΑΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΤΡΟΦΗ ΠΟΥΛΕΡΙΚΩΝ

Ερευνα του Τμηματος Φυσιολογιας και Βιοφυσικης του Georgetown University Medical Center για το ριγανελαιο.



Υπεύθυνος : Dr. Harry G. Preuss - Καθηγητής στα Τμήματα Ιατρικής και Παθολογίας, Βιοχημείας, Μοριακής και Κυτταρικής Βιολογίας στο Georgetown University Medical Center.




Νέα, ασφαλή αντιμικροβιακά μέσα χρειάζονται για την πρόληψη και αντιμετώπιση σοβαρών βακτηριακών, ιογενών και μυκητιακών λοιμώξεων. Με βάση την προηγούμενη εμπειρία μας καθώς και άλλων ερευνητών, θεωρήσαμε ότι τα φυτικά αιθέρια έλαια όπως αυτό της ρίγανης μπορούν να προσφέρουν τέτοιες δυνατότητες. Εξετάσαμε τις θανατηφόρες η μη επιδράσεις του αιθέριου ελαίου της ρίγανης στο Staphylococcus aureus, Bacillus anthracis, Sterne, Escherichia coli, Klebsiella pneumoniae, Helicobacter pylori, και Mycobacterium terrae. Το αιθέριο έλαιο της ρίγανης αποδείχτηκε φονικό για όλους τους ελεγχθέντες οργανισμούς πλην του Bacillus anthracis που ήταν στατικό.

Λόγω του μακρού ιστορικού ασφαλείας του αιθέριου ελαίου της ρίγανης καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμο στην καταπολέμηση και θεραπεία σοβαρών μικροβιακών λοιμώξεων ιδιαιτέρως αυτών που είναι δύσκολο να θεραπευθούν λόγω της ανθεκτικότητας τους στα αντιβιοτικά. Το αιθέριο έλαιο της ρίγανης είναι μεταξύ των ελαίων που έχουν αντιμικροβιακή δράση. Τα βασικά συστατικά του που προσφέρουν τις αντιβιοτικές του ιδιότητες είναι δύο φαινόλες η καρβακρόλη και η θυμόλη. Οι φαινόλες είναι αντισηπτικές ουσίες που χρησιμοποιούνται για στοματικές πλύσεις και σε παστίλιες για τον λαιμό. Οι αντιμικροβιακές δυνατότητες των φυτικών αιθέριων ελαίων θα μπορούσαν να έχουν μεγάλη σημασία για δύο λόγους. Πρώτον γιατί πολλά αντιμικροβιακά μέσα που παράγονται από την φαρμακευτική βιομηχανία έχουν συσχετισθεί με σοβαρές παρενέργειες που δεν επιτρέπουν την μακροχρόνια χρήση τους. Και δεύτερο γιατί το ενδεχόμενο δημιουργίας μικροοργανισμών ανθεκτικών σε αντιμικροβιακά μέσα προκαλούν σημαντική ανησυχία. Ως εκ τούτου η ενδεδειγμένη πρακτική είναι να ενθαρρυνθεί η χρήση αντιμικροβιακών μόνο όταν είναι απαραίτητο για τη θεραπεία λοιμώξεων και όχι προληπτικά. 
Από την άλλη τα φυτικά προϊόντα πολλά από τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μεγάλες περιόδους ίσως έχουν λιγότερες πιθανότητες να προκαλέσουν παρενέργειες. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης έδειξαν ότι το αιθέριο έλαιο της ρίγανης μπορεί να είναι χρήσιμο είτε μόνο του είτε σε συνδυασμό με άλλα αντιβιοτικά για τη θεραπεία βακτηριακών λοιμώξεων. Η αποδεδειγμένη ασφάλεια αυτών των φυσικών ουσιών βασίζεται στην μακρόχρονη χρήση τους και στην πιθανή χρήση τους για προφύλαξη.




Μια φάρμα στη Πενσυλβανια της Αμερικής, χρησιμοποιεί μια πρωτοποριακή μέθοδο εκτροφής πουλερικών, χωρίς καθόλου αντιβιοτικά, βασισμένη στο ριγανέλαιο και στη κανέλα. Πρόκειται για τη φάρμα «Bell & Evans» η οποία ταΐζει το κοτόπουλα με μια ειδική τροφή που περιέχει τα παραπάνω συστατικά, για την προστασία κατά των βακτηριακών ασθενειών. Στο αγρόκτημα αυτό, τα ζωικά προϊόντα - τα οποία εδώ και πολύ καιρό δεν λαμβάνουν αντιβιοτικά - γνωρίζουν οικονομική επιτυχία, χάρη στην αυξημένη ζήτηση των ολοένα και καλύτερα ενημερωμένων καταναλωτών, οι οποίοι ζητούν βιολογικά, χωρίς χημικά κρέατα.Ο ιδιοκτήτης του αγροκτήματος, Σκοτ Σέτλερ, δήλωσε πρόσφατα στην αμερικανική εφημερίδα «New York Times» ότι το αφέψημα του λαδιού ρίγανης έχει αποδειχθεί πιο αποτελεσματικό από οποιοδήποτε άλλο υποκατάστατο που είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν στο αγρόκτημα. Ο κτηνοτρόφος Σέτλερ αναγνωρίζει επίσης ότι υπάρχει κάτι περισσότερο στην επιτυχία του που δεν έχει να κάνει μόνο με την αντικατάσταση των αντιβιοτικών με το λάδι ρίγανης. Τονίζει ότι για επιτυχημένη κτηνοτροφία χρειάζονται:

  • Στέρεα διατροφικά πρότυπα για τα ζώα. 
  • Καθαρή κτηνοτροφική μονάδα με άφθονο φως και εξαερισμό. 




Στο αγρόκτημα «Bell & Evans», μετά από τη συλλογή των κοτόπουλων που αποστέλλονται για σφαγή, οι εργαζόμενοι καθαρίζουν τις γραμμές του νερού, απολυμαίνουν τα πάντα και στη συνέχεια κρατούν το χώρο κενό για 2-3 εβδομάδες για να επιτρέψουν σε επιβλαβή βακτήρια και μικροοργανισμούς να πεθάνουν, ενώ επίσης απαλλάσσουν τις εγκαταστάσεις από κάθε είδους νόσο που μεταδίδουν τα τρωκτικά. Καθώς εξαπλώνεται η επιτυχία του Σέτλερ και άλλες εκμεταλλεύσεις έχουν αρχίσει να ακολουθήσουν το παράδειγμα του. Η αλήθεια είναι πως και στη Ελλάδα αρκετές φάρμες προσφέρουν ποιοτικά βιολογικά κοτόπουλα, όπως η Biogreco, η Ορνις ποιών, κλπ, αλλά η χρήση ριγανέλαιου με τόσο θεαματικά αποτελέσματα σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη της, σίγουρα έχει πολύ ενδιαφέρον. Ειδικά μάλιστα από τη στιγμή που εκτρέφει και τα συμβατικά της κοτόπουλα με τον ίδιο τρόπο !!!


Ρίγανη κατά e-coli.

Όταν γίνεται λόγος για τη ρίγανη, ουκ έσται τέλος στη λίστα των ευεργετικών ιδιοτήτων της: αντιβακτηριδιακές, αντιμικροβιακές, αντιμυκητιακές, αντιοξειδωτικές κτλ. Μάλιστα, η ενσωμάτωσή της σε ζωοτροφές θα μπορούσε να δημιουργήσει σταδιακά μια νέα γενιά λειτουργικών τροφίμων (fun foods), σε αντικατάσταση των συνθετικών αντιοξειδωτικών, που χρησιμοποιούνται σήμερα, όπως δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Καθηγητής Γεωπονικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Δημήτρης Ντότας. «Από 100 κιλά ρίγανης, μπορούμε να πάρουμε 4-5 κιλά έλαιο, πλούσιο σε αρωματικές πολυφαινόλες, όπως η καρβακρόλη και η θυμόλη. Αν ενσωματώσουμε σε 100 κιλά ζωοτροφής μισό ή ένα κιλό ρίγανης ή εναλλακτικά 300 γραμμάρια αιθέριου ελαίου ανά τόνο, το μικροβιακό φορτίο μειώνεται μέχρι και κατά 50%, συμπεριλαμβανομένης της σαλμονέλας και του e-coli, για το οποίο εσχάτως γίνεται τόσος λόγος, αλλά και ενδοπαρασίτων στα κοτόπουλα», σημειώνει ο κ.Ντότας. 

Οι πολυφαινόλες που περιέχονται σε αρωματικά φυτά όπως η ρίγανη, μπορούν να κρατήσουν σε καλή κατάσταση τις μεμβράνες των ανθρώπινων κυττάρων, ενώ στην περίπτωση του χοιρινού κρέατος, του κοτόπουλου και των αβγών, προστατεύονται τα λιπαρά Ω3 από την οξειδωτική τάγγιση και έτσι επιμηκύνεται ο χρόνος της διατήρησής τους και αποφεύγονται οι χαρακτηριστικές οσμές (πχ, του κοτόπουλου). Μέχρι πρότινος, στις ζωοτροφές χρησιμοποιούνταν αυξητικά αντιβιοτικά, που μειώνοντας το μικροβιακό φορτίο στο πεπτικό σύστημα, επέτρεπαν στα ζώα να αναπτυχθούν πιο ομαλά και γρήγορα. Η χρήση αυτών των αντιβιοτικών απαγορεύτηκε με κοινοτική οδηγία το 2006 και αντικαταστάθηκε από τα συνθετικά αντιοξειδωτικά. «Βάσει, όμως, συνεχιζόμενης έρευνας που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Γεωπονική Σχολή του ΑΠΘ τα τελευταία 4-5 χρόνια, όλες οι ενδείξεις κατατείνουν στο ότι η ρίγανη μπορεί να αντικαταστήσει αυτές τις συνθετικές ουσίες και τα ευεργετικά χαρακτηριστικά της να περνούν τελικά στον άνθρωπο μέσω της τροφικής αλυσίδας», εξηγεί ο κ.Ντότας και προειδοποιεί με τη σειρά του ότι οι αγρότες δεν πρέπει να παρασύρονται από τον ενθουσιασμό και να στρέφονται μαζικά σε μονοκαλλιέργειες. Αν, όμως, η ρίγανη ενσωματωθεί τελικά στις ζωοτροφές, όπως όλα δείχνουν, τότε θα δημιουργηθεί μια ζήτηση της τάξης των 30.000 - 50.000 τόνων ετησίως, ανοίγοντας τον δρόμο για πολύ μεγαλύτερες καλλιέργειες, Ο ίδιος σημειώνει ότι, συνολικά στην Ελλάδα, υπολογίζεται ότι καλλιεργούνται ήδη με ρίγανη γύρω στα 30.000 στρέμματα 



Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

ORGANIC OREGANO OIL - SUMMARY OF PROPOSED PROJECT

This is a preliminary presentation of  a feasibility study the aim of which is to investigate the possibilities of a full-blown project with the subject of Medicinal and Aromatic Plants (MAP) in Greece. Promising business activities like MAP exploitation via an integrated approach were not always realized in the past, partly because their promises remained diffuse.  However, as it shown by this study, these activities give excellent results, provided that the whole approach has an integrated and well-organized character, stimulating a successful business that will realize all advantages offered by the MAP.
More specifically, the present proposed project includes the following main activities: cultivation of MAP (oregano, rosemary, lavender, thyme, lemon balm, with principal focus on oregano, which is a product with a strong Greek character), production of high quality oregano oil, sales of oregano oil as well as of high quality dry oregano (conventional and organic) and sales of essential oils extracted from the other four species, and the development of R&D activities in order to create new products in the future. 
The MAP business activity has been chosen among other alternatives due to the following basic reasons:
·         The MAP essential oils export-import data on a global scale show that there is a significant rising trend during 2001-2005.
·         The international market for MAP products is estimated to be of US $ 62 billion, and it is poised to grow to US $ 5 trillion by the year 2050 (Purohit and Vyas, 2004)
The increased global interest in the use of MAP and the increasing demand on raw materials by various processing industries (pharmaceutical, food, cosmetic, perfume, etc) have resulted in a vast and expanding market for MAP (an average 10% annual growth of the European market) in the last decade.
In the US and world markets, demands for MAP materials should continue into the foreseeable future.  Current and future changes in demographics (age, culture, incomes, diseases, and other human conditions), public concern about healthcare (availability and expense), and familiarity with plant products can be expected to bring more people to sample and commit to using MAP products (Craker, 2007). 
·         The Common Agricultural Policy (CAP) of the European Union calls for the restriction or/and the elimination of subsidies for a number of cultivations (tobacco, cotton, industrial tomato, sugar beet etc.), as well as for the mandatory application of the EU Regulation (E.C.) No 1831/2003 that concerns the prohibition/restriction of the use of chemical antibiotics as feed additives.
·         Greece has a special comparative advantage in the area of MAP cultivations due to highly favorable soil, climate conditions and genetic plant material of the selected MAP species.                                          
·         There is a high market demand for Greek products in the MAP sector, at both the national and mainly the international level.
·         During the last decade, there is a strongly felt need in Greece for the replacement of traditional, subsidy-based agriculture with more market-oriented farming.
·         The oregano cultivation and the production of oregano oil as the main activity of the investment is based on existing data showing that the demand in 2006 was estimated to be one hundred times more than the delivered quantity.
·         This field is almost virgin in Greece, from the point of view of developing an integrated, large scale, well-organized business activity.
·         Both the state and the farmers are convinced that they have to turn to a competitive business activity and to alternative agricultural activities.
·         The investment activity on the MAP sector provides economic, environmental and social benefits, which ensure a positive response from politicians and environmentalists.
·         The selection of the MAP sector is absolutely compatible with a possible future activity of the company in the field of aromatourism and the production of biological and functional foods.




As previously mentioned, the following are the species selected for mass production:
·                     Oregano (Origanum vulgare ssp. hirtum )
·                     Rosemary (Rosmarinus officinalis)
·                     Lavender (Lavandula spp)
·                     Thyme (Thymus sibthorpii)
·                     Lemon balm (Melissa officinalis)

The ensuing six criteria were used in choosing these species:
1.     High market demand (national and mostly international).
2.     Knowledge and experience in cultivating and processing those species.
3.     High adaptive ability to local soil and climate conditions.
4.     Commercial value of the obtained products.
5.     Interest of producers and support from the local community.
6.     The special genetic characteristics of the Greek plant material.

The products of these cultivations (drogues or essential oils) can be sold to the national and (most interestingly) to the international markets. The following strategic opportunities have arisen:
·       The scientific results on the positive health and growth effects of including oregano oil in the diet of nursery pigs.
·       The concerns about potential risks for human health due to the use of antibiotics in animal feeds that have led to their ban as growth-promoters throughout Europe since January 1, 2006 (Regulation (EC) 1831/2003).
·       A rapidly increasing international demand for MAP plant extracts and fresh and dry products by various types of industries (e.g., cosmetology, pharmaceutical and food industry, animal antibiotics, etc.). 
The competition in this case can be dealt with:
·         Achieving a high quality of the MAP that will be used as inputs in the processing activities.
·         Getting quality certification of all production and processing stages.
·         Exploiting the significant scale of production that will result in lower costs relative to existing or potential competitors and in the ability to sign contracts for large volume quantities.
                                                                                  
Moreover, the production of a relatively extended range of products in various forms will increase the selling options while the quality of the Greek plants itself will be an excellent marketing advantage in the international markets. 
In addition to the above, the project is supported by a team of experts (professors, researchers, managers, agronomists) who are highly experienced in the various aspects of this business activity (cultivation, processing, management, finance, marketing, etc).

In practical terms, the main features of the project include the following:
·       Use of 100,000 stremma of land (30% dried land and 70% irrigated land) in areas where there are excellent soil and climate conditions for the examined cultivations and there is a good transportation network in order to transport the final products to the national and international markets. This is the basic scenario, while there is a second scenario that uses only fifty thousand stremma of land. However, it should be noticed that, for the purpose of this analysis, the first scenario has been taken into account.
·       A 20% of this land will be bought in order to ensure a minimum production of oregano oil and oregano dry drogue, as well as of oils extracted from the other plants. The remaining 80% of the land will be covered by contracts with producers, based on the price per Kg of dry plant material delivered to the company. The rate of buying own land is the following: 5,000 stremma / annum for the first three years, 3,000 stremma for the fourth year and 2,000 stremma for the fifth year. Regarding the contracts with independent producers, the rate is the following: 5,000 stremma/annum for the first three years, 7,000 stremma for the fourth year, 8,000 stremma for the fifth year and 10,000 stremma/annum for the years 6-10. 
·       A 92% of the land will be cultivated with oregano for providing oregano oil (90%), conventional oregano drogue (1%) and organic oregano drogue (1%). The remaining 8% will be covered with rosemary, lavender, thyme and lemon balm.
·       A processing unit for the production of oil, which will be constructed in a progressive mode in order to cover the processing needs as they will arise with the acquisition of the land. This unit will be assembled in a modular basis, having all the necessary equipment for the processing of the MAP (harvesting, handling, drying, storage, distillation, packaging, testing). 
·       In addition, the investment will include the following: a number of agricultural machines necessary for the cultivation of own land, a laboratory for R&D activities and a small piece of land for producing seeds that will be used in the effort of developing better plant propagation material for cultivation.
In order to investigate the feasibility of this investment, the following basic assumptions were made:
·         The necessary investment capital will be covered on a 100% basis by capital provided by the investor (no loans, no grants taken).
·         The investment will be realised progressively over a period of 10 years.
·         The investment capital includes an amount of € 1,500,000 for operating expenses for the first period of the company’s operation.
·         The cost of money is estimated to be about 11%.
·         All costs and revenues have been estimated following a conservative analysis.
Under  analysis (existing and be presented  on demand) the following indices have been estimated:
·                     Net Present Value (NPV): € 74,532,407.78
·                     Internal Rate of Return (IRR): 48.31 %
·                     Payback Period: 6.75 years

Moreover, a sensitivity analysis show that in the worst case, with all costs increased (cost of land, cost of processing unit construction) and the revenues decreased by 5% per annum, the NPV is equal to € 62,674,018.23, while the IRR is equal to 40.70%.

It is worth noting that the investment return can be even higher in case the company receives a state grant that covers 25% of the construction costs for the MAP processing unit. In addition, the full business plan analysis of the investment could take into account the case of using loans and of re-investing an amount of the profits in order to decrease the capital provided by the investor.

Taking into account the aforementioned data, it is quite clear that the proposed investment provides very good expectations which, in any case, are necessary for mobilising resources and visibility. The expectations are more specific and concrete, compared with the diffuse promises of MAP provided ten years ago. The proposed orientation is focused and selective, aimed to exploit all of the opportunities that exist today and expected to develop in the future. The modular realisation of the investment provides the advantage of investing in consecutive steps, which are related to the needs of the market. It also allows for significant flexibility in following the market demands related to the various parts of the MAP supply chain (i.e., including the cultivated MAP). The realisation of the whole investment provides the opportunity to develop an integrated and well organized MAP production unit that will be internationally competitive, profitable and flexible.

All of these points provide an additional advantage to the investors. This is the ability either to try an IPO in the future when the times will be better for the Stock Exchanges performance or sell a part or the whole company to other investors.  Therefore, the investment itself provides an excellent exit option for the investors.


In conclusion, it is clear that the proposed investment is a very good opportunity for the interested investor in order to develop a successful and profitable business activity in the area of MAP, following and taking advantage of the trends that lead to better standards of living. These trends are expected to be stronger in the future, according to the extant studies and estimations, providing, thus, a nice window of an alternative, environmentally friendly and profitable business case.