Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΤΟΜΕΑΣ - ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΜΕ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Η Ελληνική Γεωργία, σύμφωνα με υπολογισμούς της ΕΕ, έχει δυνατότητα δημιουργίας 500.000 θέσεων εργασίας στα επόμενα 8-10 χρόνια. Ο υπολογισμός προσμετρά τις κλιματολογικές συνθήκες, τις κατηγορίες προϊόντων που έχουμε και ευκαιρίες από αγορές που έχουν προβλήματα (π.χ. Αίγυπτος). Είναι ένα σχέδιο που μπορεί να δώσει πνοή στην επαρχία και να δημιουργήσει νέες μορφές συνεργασιών σε κάθε πόλη.
Είναι βέβαια μεγάλο δομικό πρόβλημα, ότι στο σύνολο της κοινωνίας, στρέψαμε την πλειοψηφία στις υπηρεσίες, στη λιανική και μικρο-επιχειρηματική, τα μέσα ενημέρωσης. Μαγαζάκια που πήγαιναν στον αυτόματο. Ο πληθυσμός μας δεν γυρίζει εύκολα στις επαρχιακές πόλεις, για να κερδίσει από τη γη. Τη γη που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας και την εκμεταλλεύονται εργολαβικά οι οικονομικοί μετανάστες στη χώρα μας έναντι συμβολικού ανταλλάγματος αντί οι ιδιοκτήτες τους. Αποτέλεσμα: οι μεν πρώτοι να γίνονται επιχειρηματίες βεληνεκούς με έσοδα που ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα δεν φαντάζονταν και οι δεύτεροι να συνεχίσουν να κυνηγούν το lifestyle με το άγχος να καλύψουν ταυτόχρονα τις βασικές ανάγκες αξιοπρεπούς διαβίωσης. Εχω προσωπικό φίλο που ακόμη προσπαθεί να βρει εργασία ως εμπορικός διευθυντής, ενώ έχει 1.000 ρίζες ελιές. Δεν υποστηρίζω ότι έτσι θα λυθούν τα προβλήματα όλων μας, αλλά ας πούμε μια αλήθεια: δεν μας χωράει όλους η αγορά υπηρεσιών του ενός προς τον άλλο! Δεν μπορεί το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο και ΤΕΙ αγροτικών ειδικοτήτων να είναι υποβαθμισμένα και να αποτελούν δευτερότριτες επιλογές στο μηχανογραφικό δελτίο των πανελληνίων εξετάσεων, επειδή ακόμη πιστεύουμε ότι η Νομική, το ΟΠΑ, το Πάντειο είναι το κοινωνικά δέον να κάνεις. Ξέρετε καμμια χώρα που χωρίς παραγωγικό προσανατολισμό, να μπορεί να αντέξει στρατιές δικηγόρων (παρεπιπτόντως άκουσα από χείλη κοινοτικού επιτρόπου ότι η Αθήνα έχει αριθμό δικηγόρων μεγαλύτερο από αυτόν της Γαλλίας), μηχανικών και ιατρών; Ξέρετε καμιά χώρα τόσο μικρή να χρειάζεται 7-8 πανεπιστημιακές σχολές και κολέγια business administration;

Το ριγανέλαιο καταπολεμά τον νοροϊό


SHUTTERSTOCK
Η λύση για την αντιμετώπιση του νοροϊού φαίνεται ότι βρίσκεται στη φύση. Επιστήμονες στις ΗΠΑ και συγκεκριμένα από το Πανεπιστήμιο της Αριζόνα διαπίστωσαν ότι μια ουσία που βρίσκεται στο ριγανέλαιο μπορεί να καταπολεμήσει τη δράση του και τα δυσάρεστα αποτελέσματά της.
Ο νοροϊός αποτελεί την πιο συχνή αιτία ιογενούς γαστρεντερίτιδας τόσο στα παιδιά όσο και στους ενηλίκους, προκαλώντας συμπτώματα όπως είναι η διάρροια, η ναυτία, ο πυρετός κτλ.
Σύμφωνα με τη νέα μελέτη, το ριγανέλαιο περιέχει την ουσία καρβακρόλη, η οποία ευθύνεται για το άρωμα και την ιδιαίτερη γεύση του, ενώ έχει την ικανότητα να διασπά το σκληρό στρώμα πρωτεϊνών που περιβάλλει τον νοροϊό.
Έτσι, το καθιστά πιο ευάλωτο στα αντιμικροβιακά, τα οποία μπορούν να περάσουν στο εσωτερικό του και να τον καταστρέψουν.
Οι επιστήμονες μελέτησαν τις επιδράσεις της καρβακρόλης σε ποντίκια που είχαν προσβληθεί από τον νοροϊό και διαπίστωσαν ότι έχει έναν μοναδικό τρόπο να του επιτίθεται. Μάλιστα, σύμφωνα με την ερευνήτρια δρ Kelly Bright, ο τρόπος αυτός καθιστά τη δράση της ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση του ιού, καθώς μεταδίδεται πάρα πολύ εύκολα μέσω των σταγονιδίων της ατμόσφαιρας, αλλά και μέσω μολυσμένων τροφών και ροφημάτων.
Μάλιστα, οι επιφάνειες στις οποίες μπορεί να υπάρχουν σταγονίδια του ιού δεν απολυμαίνονται από όλα τα καθαριστικά, γι' αυτό και οι επιστήμονες συνιστούν ιδιαίτερη προσοχή.
Τα αποτελέσματα της επιστημονικής μελέτης δημοσιεύονται στην επιθεώρηση Journal of Applied Microbiology.
Αναδημοσιευση απο www.naftemporiki.gr ,  http://www.naftemporiki.gr/story/765961 
Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014 

Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

ΠΑΣΛΗΣ ΠΑΝ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ 

Ο Πασλής Βασίλης, είναι Διπλωματούχος Τοπογράφος Μηχανικός του ΕΜΠ από το 1990. Είναι Μελετητής Δημοσίων έργων από το 1994 (Τοπογραφικές – Συγκοινωνιακές μελέτες), μέτοχος της μελετητικής εταιρείας "ΥΠΟΔΟΜΗ ΕΠΕ", ιδιοκτήτης κατασκευαστικής εταιρείας Ιδιωτικών Έργων "ΟΙΚΗΣΗ ΕΕ" (Μεταλλικά κτίρια – Συγκροτήματα κατοικιών - Οικιστική ανάπτυξη), μετοχος της εταιρείας πιστοποιημένου Κέντρου Επαγγελματικής Κατάρτισης «ΑΡΙΑΔΝΗ Ε.Π.Ε στη Λαμία και επιχειρηματίας.

Η τεχνική εταιρεία του  "Π & Κ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΚΗ  Συμβουλοι Μηχανικοί ΕΕ", δραστηριοποιείται από το 2003 με έδρα τη Λαμία,  στην εκπόνηση μελετών, την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και την εφαρμογή σε ένα μεγάλο εύρος έργων υποδομής για τους πελάτες τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα στην αγορά μηχανικού στην Ελλάδα.  Ο ίδιος έχει εργαστεί σε όλα τα μεγάλα έργα υποδομών στην Ελλάδα. 

Είναι εκλεγμένο Μέλος της Αντιπροσωπείας Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας - Μέλος ΤΕΕ/ΤΑΣ, Μέλος ΔΣ του Περιφερειακού τμήματος Στερεάς Ελλαδας Πανελληνίου Συλλόγου Αγρονόμων - Τοπογράφων Μηχανικών και εκλεγμένο μέλος του  ΔΣ του Εμποροβιοτεχνικού Επιμελητηρίου  Φθιώτιδας.

Πατερας 4 παιδιών.

Διεύθυνση επαγγελματικής έδρας και κατοικίας: Ηλέκτρας 3  -  Λαμία 35100
Τηλ : 2231043044 - Kιν : 6942052585

www.oikisi.com , www.topographer.grwww.ypodominet.gr

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

MARKETING MANUAL FOR ORGANIC SPICES, CULINARY HERBS AND ESSENTIAL OILS


 In recent years the world has seen a growing awareness of health and environmental issues in particular in relation to developing countries. A constantly growing number of concerned,consumers, mainly in the industrialized countries, have generated this awareness. The international community is more conscious of these issues, and government policies in industrialized as well as developing countries are increasingly formulated to encourage organic and other forms of sustainable agriculture.

Market opportunities for organic spices, herbs and essential oils from developing countries


Most spices, herbs and essential oil crops are labour intensive and are produced mainly in the tropics, and so provide export opportunities for developing countries. Interest in organic spices, herbs and essential oils continues to grow along with the overall market for organic food and beverages.
Labour cost differentials between developing countries and target markets and demand for tropical and arid climate products provide value adding opportunities for developing countries in exporting finished products. Generally these products will need to be marketed in co-operation with marketing companies and under brands recognised in the importing markets - just as for other processed or packaged products.
As value adding requires investments of money, skills and time, the immediate marketing opportunities are currently in increasing the supply of bulk spices, herbs and essential oils for repacking or as ingredients for caterers and food manufacturers. While there are excellent opportunities for producers of organic spices, herbs and essential oils, recommendations for production of specific crops are not given in this manual. Markets are often niche rather than broad-based and can be flooded by produce from newly certified large producers changing the balance of supply and demand for crops in these dynamic markets. It is therefore important that producers keep themselves well informed of market developments, through information sharing, reading trade journals and visiting the target markets in order to determine what crops to grow, and for which markets.

Producers should seek to offer products that have organic (and when feasible also fair trade) certification, are high quality and reliably supplied. They should also endeavour to improve their marketing edge and overall company/product profile by offering their customers additional (and increasingly mandatory) quality certifications such as HACCP, EurepGAP and ISO.


Spices and herbs markets


The retail market for organic spices and herbs is likely to remain relatively small depending on the range that supermarket chains offer. The foodservice/catering sector offers potential for increased demand for organic spices and herbs, although sales are still very small. Fast food chains are likely to continue to position themselves as healthy alternatives to home-cooked meals and to distance themselves from the image of fat filled, unhealthy cooking, and offering organic options helps convey this message. Food and drink manufacturers demand consistently high quality and so tend to stay with suppliers who have proved reliable. As the ingredient percentages of spices and herbs in food products are usually low, price has mostly been of secondary importance compared with quality, but will become more important in the future. In some target markets there are opportunities for value-added processing, including the packing of private brands, but in general, market penetration can best be achieved in the industrial sector, which is still the main outlet for spices and herbs exporters in developing countries.

Essential oils and extracts markets


The flavourings market is expected to grow fairly slowly, mainly due to the following constraints: 
  • lack of reliability of suppliers, 
  • high price premiums, 
  • and legislation allowing non-organic flavourings in organic products.
Cosmetics are probably the most promising sector for the development of the organic essential oils and extracts business. The major certification standards (EU, NOP, JAS) currently cover only food items. Some EU organic certification agencies certify cosmetics against their private standards - e.g. Ecocert’s BIO standard and the UK Soil Association’s standards. In spite of these and other problems, the market for organic essential oils extracts is increasing from a small base, and a high premium is often available for many oils.

Market size


International customs classifications do not currently distinguish between organic and conventional produce so no detailed official statistics exist as yet for foreign trade in organic products. Some of the basic data needed for such statistics is now being generated as the major markets increasingly adopt mandatory organic standards which require permits and the recording of organic imports and exports. Various working groups, including government representatives and international organizations, are considering ways of obtaining statistics on organic agriculture and trade. See for example, www.eisfom.org. Detailed estimates of trade in specific organic product categories would currently need to be based on a world survey of certification agencies’ records and information given by exporters and importers. Such surveys have not yet been made available. However, ITC has estimated the world retail market for organic food and beverages at approximately US$ 30 billion in 2006, with Europe and North America (USA and Canada) together accounting for about 95% of the total. Smaller but important markets include Japan, Australia, New Zealand and Singapore. Some developing countries, including Argentina, Brazil, Chile, China, Egypt, India, Malaysia, the Philippines and South Africa, have developed small domestic markets. World trade in organic products has grown rapidly during the last decade and is expected to do so also in the future, although growth rates will differ greatly between various markets and specific products. Organic spices, herbs and essential oils have so far probably accounted for less than 1% of the total market for these products (conventional and organic). A good statistical source for the overall spice trade is the ITC publication World Markets in the Spice Trade 2000 - 2004 More references for publications on market information and trade statistics are given in Annex IV.

Adding value in the producer country


Sourcing food products packed in the country of origin of the raw materials provides additional income to producers, generates employment, and has downstream benefits to local industries such as packaging companies. The quality requirements of the importing markets act as a stimulus to development of export industries in the developing world.
From the producer’s perspective, given the high retail price per kilo of consumer packs, producers of dried spices and herbs often consider whether packing at source in consumer packs to add value would be feasible. Niche marketing of organic spices packed ready for retail sale at source has been achieved on a small scale - e.g. spice jars with an integral grinder packed in South Africa. Opportunities also exist for export of packaged food from developing countries, such as condiments, (garlic paste, basil pesto, mustards, pasta sauce, etc.) which incorporate organic spices and herbs.
The economics of value added organic spices and herbs packed at source vs. packing in the target market are similar to those of conventional products, and a thorough analysis of prospects for these was conducted by the UK’s Natural Resources Institute: Ground and Packaged Spices: Options and Difficulties in Processing at Origin. (See Annex IV).
Constraints on opportunities include:
  • The need to offer a full range of spices and herbs.
  • High working capital requirement to finance stock of crops harvested annually.
  • Shipment transit times.
  • Holding of buffer stock to avoid shortages.

Products aimed at niche markets may have advantages where production in these markets involves a high labour input, but transport costs will be higher for retail packs. Marketing costs are high for new brands, and products will normally be marketed under brand names already recognised in the developed country market. Some buyers recognise the marketing opportunities that exist in importing fair trade and “packed at source” food products from developing countries - rather than importing commodities for value adding in the target markets.


Major markets and principal importers (spices & herbs)


European Union (EU)

The EU organic market received an early boost by the introduction of mandatory organic standards and regulations, which have been in place since 1991, much longer than those in other major markets, and mandatory standards for the USA and Japan were introduced in 2001-2002. The main importers of spices, herbs and essential oils increasingly trade throughout the EU, gradually reducing differences between individual markets within the Union.

France

France is amongst the five largest markets in the world for organic food and beverages and is a very important market for spices and herbs. It is not only a significant importer from developing countries, but also a large producer and exporter of culinary herbs. French consumption of peppers (white, black, red and green peppercorns, chillies, cayenne pepper) is relatively high. Herbal tea is widely consumed.

Germany

Germany is the world’s second largest market for organic food and beverages and the largest  spice and herb market in Europe, although it is currently growing at a slower pace than some of the neighbouring markets. There is a growing base of organic specialist shops and supermarkets, as well as the long established natural food shops (Naturkostläden) and traditional health food shops (Reformhäuser), which also carry some organic products. The demand for herbal plant materials used in organic health care remedies and cosmetic and body care is growing rapidly.

The Netherlands

The country is a traditional importer and trader in produce for the EU market, and this applies particularly to organic spices and herbs, where Dutch trading companies are among the largest EU importers. The Dutch market for organic spices and herbs has increased both in the domestic market and for re-export to the EU. Demand for organic non- food herbal plants for nutraceutical/herbal medicines and cosmetic/body care products has also increased significantly over recent years.

United Kingdom

The United Kingdom is the third largest market in the world for organic food and beverages and is a major market for spices and herbs. Supermarket chains account for the majority of organic retail sales, as they do for conventional food and beverages, but they currently carry only a limited range of organic spices and herbs (dried or in paste form). Some specialist shops, Fresh’n Wild http://wholefoodsmarket.com/stores/freshandwild/index.html and Planet Organic http://www.planetorganic.com/, stock a wide range of organic goods.

Spain

Spain is a relatively large market for conventional spices and herbs and is a major producer and trader of paprika powder and saffron - with some organic exports. As with conventional spices such as paprika, where domestic production has largely been supplanted by imports, Spain’s increasing labour costs will make organic spice and herb imports more important in the future.

Canada

Canada is the sixth largest market in the world for organic food and beverages. The market appears to be growing rapidly. Sales of organic spices and herbs are small, but the market is growing. Most imports are currently from the United States, but there is a keen interest in diversifying sources of supply.

Japan

Japan is a large market for "specially cultivated crops" or "green products" (grown with reduced use of chemical pesticides and fertilizers), which were long considered as organic products. However, with the introduction of new standards (JAS), introduced by the Japanese Ministry of Agriculture in 2001, organic products are now defined similarly to those in other major markets. The market is growing rapidly following the introduction of the JAS, and as consumers are becoming increasingly concerned not only with their health but also with the environment, but it is fairly small compared with the other major markets in the EU and USA.

United States

This is the world’s largest organic market. The introduction of a national standard, the National Organic Program (NOP), implemented in October 2002, has made a significant impact on the development of the US organic industry. Throughout the value chain, from the domestic or foreign farmer to the final consumer, the NOP standards will increase the focus on organic products and help to regulate and promote trade. Natural foods stores, dominated by the two chains Whole Foods Market Inc. http://www.wholefoodsmarket.com and Wild Oats http://www.wildoats.com still are the largest sellers of organic food sales, but mainstream supermarkets and grocery stores stock and increasing range of organic foods. Farmers’ markets, food service and other non-retail outlets are also increasingly important outlets. The USA is a substantial producer of some organic herbs and a large importer of organic spices and herbs. In 2006, Walmart (www.walmart.com) announced they would be including a wide range of organic food products in the US. As the world’s largest retailer, it purchases very high volumes and competes on cost.


ORGANIC ESSENTIAL OILS AND OLEORESINS


Market size, organic premium and structure

As with for organic spices and herbs, no official statistics exist for trade in organic essential oils. Premiums paid for organic oils vary, and prices are not easy to establish. A rough check can be done by comparing selling prices of suppliers/buyers who carry both organic and conventional oils some of which are listed in this report.
The main outlets for organic essential oils include the following: 
  • aromatherapy/natural medicine, 
  • cosmetics, 
  • perfumery 
  • flavourings/food ingredient markets. 
  • used by larger companies in production of animal feed in the world, as a key component of the feed additive
The aromatherapy and cosmetics categories overlap, with many suppliers offering both types of product. Legislation on the use of the word “organic” applied to compounded products in the cosmetics and perfumery markets was not introduced with the detailed mandatory EU standards for foodstuffs.
Traditionally, essential oils used in aromatherapy were seen as “natural” and more or less organic anyway, and this perception limited the uptake of organic certified oils for this market. However, many aromatherapy companies now offer full organic essential oil ranges, in all major markets. Organic oils, with an audit trail required to be in place under certification rules, are often perceived by company buyers as having a reduced risk of adulteration. Furthermore, it is easier for larger aromatherapy companies to have direct links to producers, and thus have more influence on quality.

Perfumery and cosmetics form the largest market for organic essential oils and extracts. Regulations covering organic cosmetics are under discussion in the EU. When questions such as whether synthetic chemical preservatives may be used in organic cosmetics are resolved, demand for organic oils should increase. Some individual certification agencies have developed their own health and beauty product standards, e.g. the Soil Association in the UK. However, more stringent labelling regulations in the EU might lead to reduced use of natural essential oils with their multiple constituents and favour synthetic single ingredient chemical alternatives.

In flavourings, the market for organic essential oils and oleoresins has grown slowly and is limited by current regulations (e.g. for the EU) which allow organic foods to contain natural (but not necessarily organic) flavours as long as less than 5% is used. For example, non-organic essential oils like bergamot can currently be used with organic tea to make an Earl Grey mix that qualifies as organic. The essential oils in demand for the flavour industry are mainly spice oils, produced largely in Sri Lanka and Madagascar, and the herb oils from the Mediterranean countries. Mostconventional spice and herb oleoresins are extracted using a solvent (generally hexane) which is then largely evaporated out of the mix. Hydrocarbon solvents (except organic alcohol) are not permitted for use in organic processing. Organic alcohol based oleoresins are available and some producers of these are listed in the Annexes. Liquid carbon dioxide gas is acceptable as a solvent under organic regulations, but the process requires a high capital investment compared to standard solvent extraction.

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΓΑΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΡΙΓΑΝΕΛΑΙΟ

Τα αιθέρια έλαια της ρίγανης


Τα αποτελέσματα των μέχρι σήμερα ερευνητικών εργασιών στον Ελληνικό χώρο έδειξαν ότι τα διαφορετικά είδη “ρίγανης” παρουσιάζουν ένα μεγάλο εύρος στην περιεκτικότητα σε αιθέρια έλαια και το περιεχόμενο τους σε καρβακρόλη  (το δραστικό συστατικό που ζητείται) όπως φαίνεται στον Πίνακα.


Πίνακας : Περιεκτικότητα σε αιθέρια έλαια και καρβακρόλη διαφορετικών ειδών  ρίγανης

Είδη
Περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο
(mL 100 g-1 ξηρού βάρους)
Διεθνές Εμπορικό Όνομα
Περιεκτικότητα σε καρβακρόλη
(% του συνολικού αιθερίου ελαίου)
1.   Coridothymus capitatus
1.0 - 3.5
Spanish oregano
45.0 - 81.0
2.   Satureja thymbra
1.0 - 4.0

3.0 - 21.0
3.   Origanum onites
1.8 - 4.5
Turkish oregano
51.0 - 84.5
4.   Origanum vulgare subsp. vulgare
0.1 - 0.3

< 2%
5.   O. vulgare subsp. viridulum
0.3 - 0.9

40.0 - 45.0
6.  O. vulgare subsp. hirtum
3.0 - 8.2
Greek oregano
60.0 - 95.0



 Γιατί Ελληνική Ρίγανη : Origanum vulgare subsp. Hirtum

Το πλέον ποικιλόμορφο υποείδος του είναι το O. vulgare subsp. hirtum που θεωρείται διεθνώς ως το καλύτερο “είδος ρίγανης”.  Aυτό είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε αιθέρια έλαια και μάλιστα σε μερικές περιπτώσεις παρουσιάζει εξαιρετικά μεγάλες αποδόσεις που φθάνουν τα 8.2mL 100g-1 ξηρού βάρους (8,2%). Να σημειωθεί ότι παρόμοιες τιμές περιεκτικότητας σε αιθέριο έλαιο δεν έχουν αναφερθεί σε κανένα άλλο αρωματικό φυτό στον κόσμο.
Το O. vulgare subsp. vulgare από την άλλη μεριά, είναι πολύ φτωχό σε αιθέρια έλαια τα οποία χαρακτηρίζονται από πολύ μικρή συμμετοχή καρβακρόλης. Έτσι, η εμπορική αξία των φυτών “ρίγανης” που ανήκουν στο υποείδος αυτό είναι πολύ μικρή.
Το O. vulgare subsp. viridulum παρουσιάζει μία ενδιάμεση συμπεριφορά σε σχέση με την παραγωγή αιθερίων ελαίων και την ποσότητα καρβακρόλης.
Η ελληνική ρίγανη (O. vulgare subsp. hirtum )πλεονεκτεί σε σχέση με την Ισπανική και την Τουρκική στο ότι περιέχει μεγαλύτερη ποσότητα αιθέριου ελαίου, που κυμαίνεται από 3.0-8.2 mL/100g ξηρού βάρους. Αυτό οφείλεται στη γεωγραφική θέση και το κλίμα της Ελλάδας.  Επίσης το υποείδος hirtum (Greek oregano) που επιλέχθηκε για καλλιέργεια διακρίνεται για την υψηλή περιεκτικότητα σε καρβακρόλη (60-95%) στην οποία αποδίδονται οι παρακάτω βιολογικές δράσεις: αντιαθηροσκληροτική, αναισθητική, αντιαλτσχάιμερ, αντιδιουριτική, αντιβακτηριδιακή, αντισηπτική, αντιφλεγμονώδης, αντιοξειδωτική, αντισπασμοδική, εντεροχαλαρωτική, αρωματική, μυκητοκτόνος, νηματοδοκτόνος, αντιρευματική κ.α.


Η ρίγανη καλλιεργείται για τη χρησιμοποίησή της ως μπαχαρικό (Dried oregano - Whole or ground leaves) σε πολλές περιοχές, κυρίως εκτός Ελλάδος, και ονομάζεται «μπαχαρικό της πίτσας» για τον προφανή λόγο που υποδηλώνει ο όρος : χρησιμοποιείται πάρα πολύ στις πίτσες σαν ένα μπαχαρικό που δίνει εξαιρετική γεύση. Στην κουζίνα η ρίγανη καταλαμβάνει περίοπτη θέση αφού χρησιμοποιείται πάρα πολύ και κυρίως σε ψητά κρεατικά και σε σαλάτες.
 Η ρίγανη καλλιεργείται επίσης για την παραλαβή του αιθέριου ελαίου (Oregano essential oil). Τα αιθέρια έλαια των διαφορετικών “ειδών ρίγανης” έχουν αντιοξειδωτικές ιδιότητες και χρησιμοποιούνται ως συντηρητικό στη βιομηχανία τροφίμων (ιδιαίτερα συχνά στα αλλαντικά). Τελευταία μάλιστα έχει επεκταθεί η χρήση της από βιομηχανίες παραγωγής τροφίμων και «σνάκς», οι οποίες χρησιμοποιούν τα αιθέρια έλαια για να προσθέσουν τη γεύση της ρίγανης στα προϊόντα τους (πατατάκια, σάλτσες κ.α.).
 Επίσης, πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι αυτά χαρακτηρίζονται από ισχυρή αντιμικροβιακή δράση και για το λόγο αυτό διαπιστώνεται έξαρση ζήτησης για την παραγωγή σκευασμάτων πρόσθετων στις ζωοτροφές στη χοιροτροφία και την πτηνοτροφία
Ένας επίσης πάρα πολύ σημαντικός σκοπός για τον οποίο καλλιεργείται η ρίγανη είναι για το αιθέριο έλαιο που χρησιμοποιείται από τη βιομηχανία φαρμάκων και αρωμάτων, κάνοντας χρήση των εξαιρετικών ιδιοτήτων του που προαναφέρθηκαν.

Αιθέρια Έλαια των MAP ως Συντηρητικά Τροφίμων


Τα τελευταία χρόνια τα βότανα άρχισαν να χρησιμοποιούνται ως φυσικά πρόσθετα στα τρόφιμα έναντι των χημικών προσθέτων, επειδή αυτά έχουν κατηγορηθεί ότι μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή του καταναλωτή. Η ρίγανη (Origanum vulgare ssp hirtum), το θυμάρι (Τhymus vulgaris) και άλλα είδη MAP που απαντούν στην ελληνική φύση και η χρήση τους ως φυσικών προσθέτων στα τρόφιμα ερευνάται τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτά τα είδη είναι πλούσια σε φαινόλες που χαρακτηρίζονται από σημαντικές αντιμικροβιακές και αντιοξειδωτικές ιδιότητες. Η καρβακρόλη και η θυμόλη είναι οι δύο κυριότερες φαινόλες που ανευρίσκονται σε μεγαλύτερη αναλογία στη ρίγανη και το θυμάρι. Η ρίγανη, το θυμάρι παρουσιάζουν σημαντικές αντιμικροβιακές ιδιότητες κατά διαφόρων παθογόνων μικροοργανισμών των τροφίμων, όπως Staphylococcus aureus, E. coli, E. coli O157:H7, Salmonella typhimurium, Yersinia enterocolitica, Campylobacter jejuni ή Listeria monocytogenes. Σημαντική είναι και η αντιμυκητιακή δράση των βοτάνων αυτών κατά μυκήτων, όπως Aspergillus spp. και Candida spp. που μπορούν να αναπτυχθούν στα τρόφιμα και να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία του καταναλωτή. Οι αντιοξειδωτικές και αντιμικροβιακές τους ιδιότητες έχουν διαπιστωθεί τόσο σε in vitro πειράματα όσο και σε πειράματα με τρόφιμα. Η χορήγηση του αιθέριων ελαίων της ρίγανης με την τροφή σε όρνιθες και ινδόρνιθες,  βρέθηκε ότι προστατεύει το λίπος του κρέατός τους από την οξείδωση, στη διάρκεια της συντήρησής του στην ψύξη ή την κατάψυξη.


Αιθέρια Έλαια των MAP ως Συντηρητικά Καλλυντικών


Η εμπόδιση της ανάπτυξης μικροοργανισμών κατά την παραγωγή και την αποθήκευση των καλλυντικών μπορούν να εξασφαλιστούν με καλές συνθήκες υγιεινής και μέσω GMP (good manufacturing practice). Παρόλα αυτά το πρόβλημα της μόλυνσης των καλλυντικών, κυρίως λόγω μούχλας, αντιμετωπίζεται με την χρησιμοποίηση μιας ομάδας οργανικών μορίων, παραγώγων του παρα-υδρόξυ-βενζοϊκού οξέος, γνωστά με την ονομασία parabens, τα οποία παρέχουν επαρκή προστασία όπου χρησιμοποιήθηκαν.
Στο πρόσφατο παρελθόν, η τοξικολογία των parabens αναθεωρήθηκε στην E.E. και τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με την αναθεώρηση αυτή τα parabens συνεχίστηκε μεν η χρήση τους στη συντήρηση των τροφίμων, αλλά επαναπροσδιορίστηκαν τα όρια για την ασφαλή χρήση των ουσιών αυτών (όριο 0,1%w/w για methyl- και propyl- paraben στα τρόφιμα).
Οι διφορούμενες απόψεις που επικρατούν σχετικά με την απόλυτα ασφαλή χρήση των parabens δημιουργούν την ανάγκη εύρεσης νέων τρόπων και μεθόδων συντήρησης των καλλυντικών. Ένας από τους μελλοντικούς εναλλακτικούς δρόμους δείχνει να οδηγεί στον χώρο των φυσικών προϊόντων.
Στις μέρες μας, οι καλά ενημερωμένοι καταναλωτές προτιμούν καλλυντικά παρασκευασμένα με φυσικά συστατικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα επιτυχημένης ελληνικής επιχείρησης που χρησιμοποιεί αιθέρια έλαια  MAP στα προϊόντα της είναι η APIVITA S.A. η οποία έχει μια σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα.
Τα τελευταία χρόνια, μελέτες δείχνουν ότι συστατικά όπως τα αιθέρια έλαια, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως συντηρητικά, είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με κάποιο άλλο συνθετικό συντηρητικό, το οποίο προφανώς θα χρησιμοποιηθεί σε μικρότερη συγκέντρωση στο προϊόν.
Η χρήση των αιθέριων ελαίων ως συντηρητικά των καλλυντικών μπορεί να εμφανίσει μια σειρά από πλεονεκτήματα, όπως η προσφορά ενός ελκυστικού αρώματος στο προϊόν, εγγυήσεις προστασίας από αρκετούς μικροοργανισμούς, αλλά και ενίσχυση των δερματολογικών ιδιοτήτων και της συντήρησης του τελικού προϊόντος. Θετική επίδραση έχει και στην εμπορική εικόνα του προϊόντος.

Η νομοθεσία για την πιστοποίηση και τυποποίηση  των πρόσθετων αιθέριων ελαίων MAP στα τρόφιμα διέπεται από τον Ελληνικό Κώδικα Τροφίμων και Ποτών υπό την εποπτεία του ΕΛΟΤ και του ΕΦΕΤ και είναι πλήρως εναρμονισμένη με τους κανονισμούς της Ε.Ε.
Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο το κανονιστικό πλαίσιο διαμορφώνεται με τη μορφή κανονισμών  από την Technical Committee ISO TC 34, “food products”, Subcommittee SC7 “Spices and condiments”, ενώ σε διεθνές επίπεδο ο FAA/WHO επιλαμβάνεται της έγκρισης χρήσης των πρόσθετων στα τρόφιμα επισημαίνοντας   ότι είναι σε καθεστώς συνεχούς αναθεώρησης κι ελέγχου για θέματα ασφάλειας καταναλωτή.            

Όπως  περιγράφεται παραπάνω πολλές φορές επιχειρήθηκε να καλλιεργηθεί το υποείδος O. vulgare subsp. Hirtum σε άλλες χώρες με γενετικό υλικό από την Ελλάδα με πολύ φτωχά αποτελέσματα στα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά στην περιεκτικότητα αιθέριων ελαίων (1-2%) και της καρβακρόλης (40-50%).  Συγκεκριμένα, αναφέρονται προσπάθειες που έγιναν στην Ολλανδία και τη Ρωσία για καλλιέργεια του υποείδους Hirtum, κι ενώ στην Ελλάδα οι αποδόσεις ήταν 6% σε αιθέριο έλαιο και 90% σε καρβακρόλη, στην Ολλανδία και τη Ρωσία οι αποδόσεις έπεσαν, από το 3ο έτος καλλιέργειας και μετά, σε 1,5-2% σε αιθέριο έλαιο και 50% σε καρβακρόλη.

Όσον αφορά στις άλλες Μεσογειακές χώρες, η κύρια παραγωγική δραστηριότητα στην παραγωγή ρίγανης και ριγανέλαιου παρατηρείται στην Ισπανία και την Τουρκία αλλά τα δεδομένα των ποσοτικών και ποιοτικών μεγεθών απόδοσης δεν συγκρίνονται με τα αντίστοιχα Ελληνικά όπως εμφανίζεται και στον Πίνακα. Είναι πολύ συνηθισμένο η παραγόμενη ρίγανη στις χώρες αυτές να «βαπτίζεται» Greek oregano για να διευκολύνεται η εμπορική διακίνηση.

Η ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΡΙΓΑΝΕΛΑΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΤΡΟΦΗ ΠΟΥΛΕΡΙΚΩΝ

Ερευνα του Τμηματος Φυσιολογιας και Βιοφυσικης του Georgetown University Medical Center για το ριγανελαιο.



Υπεύθυνος : Dr. Harry G. Preuss - Καθηγητής στα Τμήματα Ιατρικής και Παθολογίας, Βιοχημείας, Μοριακής και Κυτταρικής Βιολογίας στο Georgetown University Medical Center.




Νέα, ασφαλή αντιμικροβιακά μέσα χρειάζονται για την πρόληψη και αντιμετώπιση σοβαρών βακτηριακών, ιογενών και μυκητιακών λοιμώξεων. Με βάση την προηγούμενη εμπειρία μας καθώς και άλλων ερευνητών, θεωρήσαμε ότι τα φυτικά αιθέρια έλαια όπως αυτό της ρίγανης μπορούν να προσφέρουν τέτοιες δυνατότητες. Εξετάσαμε τις θανατηφόρες η μη επιδράσεις του αιθέριου ελαίου της ρίγανης στο Staphylococcus aureus, Bacillus anthracis, Sterne, Escherichia coli, Klebsiella pneumoniae, Helicobacter pylori, και Mycobacterium terrae. Το αιθέριο έλαιο της ρίγανης αποδείχτηκε φονικό για όλους τους ελεγχθέντες οργανισμούς πλην του Bacillus anthracis που ήταν στατικό.

Λόγω του μακρού ιστορικού ασφαλείας του αιθέριου ελαίου της ρίγανης καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμο στην καταπολέμηση και θεραπεία σοβαρών μικροβιακών λοιμώξεων ιδιαιτέρως αυτών που είναι δύσκολο να θεραπευθούν λόγω της ανθεκτικότητας τους στα αντιβιοτικά. Το αιθέριο έλαιο της ρίγανης είναι μεταξύ των ελαίων που έχουν αντιμικροβιακή δράση. Τα βασικά συστατικά του που προσφέρουν τις αντιβιοτικές του ιδιότητες είναι δύο φαινόλες η καρβακρόλη και η θυμόλη. Οι φαινόλες είναι αντισηπτικές ουσίες που χρησιμοποιούνται για στοματικές πλύσεις και σε παστίλιες για τον λαιμό. Οι αντιμικροβιακές δυνατότητες των φυτικών αιθέριων ελαίων θα μπορούσαν να έχουν μεγάλη σημασία για δύο λόγους. Πρώτον γιατί πολλά αντιμικροβιακά μέσα που παράγονται από την φαρμακευτική βιομηχανία έχουν συσχετισθεί με σοβαρές παρενέργειες που δεν επιτρέπουν την μακροχρόνια χρήση τους. Και δεύτερο γιατί το ενδεχόμενο δημιουργίας μικροοργανισμών ανθεκτικών σε αντιμικροβιακά μέσα προκαλούν σημαντική ανησυχία. Ως εκ τούτου η ενδεδειγμένη πρακτική είναι να ενθαρρυνθεί η χρήση αντιμικροβιακών μόνο όταν είναι απαραίτητο για τη θεραπεία λοιμώξεων και όχι προληπτικά. 
Από την άλλη τα φυτικά προϊόντα πολλά από τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μεγάλες περιόδους ίσως έχουν λιγότερες πιθανότητες να προκαλέσουν παρενέργειες. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης έδειξαν ότι το αιθέριο έλαιο της ρίγανης μπορεί να είναι χρήσιμο είτε μόνο του είτε σε συνδυασμό με άλλα αντιβιοτικά για τη θεραπεία βακτηριακών λοιμώξεων. Η αποδεδειγμένη ασφάλεια αυτών των φυσικών ουσιών βασίζεται στην μακρόχρονη χρήση τους και στην πιθανή χρήση τους για προφύλαξη.




Μια φάρμα στη Πενσυλβανια της Αμερικής, χρησιμοποιεί μια πρωτοποριακή μέθοδο εκτροφής πουλερικών, χωρίς καθόλου αντιβιοτικά, βασισμένη στο ριγανέλαιο και στη κανέλα. Πρόκειται για τη φάρμα «Bell & Evans» η οποία ταΐζει το κοτόπουλα με μια ειδική τροφή που περιέχει τα παραπάνω συστατικά, για την προστασία κατά των βακτηριακών ασθενειών. Στο αγρόκτημα αυτό, τα ζωικά προϊόντα - τα οποία εδώ και πολύ καιρό δεν λαμβάνουν αντιβιοτικά - γνωρίζουν οικονομική επιτυχία, χάρη στην αυξημένη ζήτηση των ολοένα και καλύτερα ενημερωμένων καταναλωτών, οι οποίοι ζητούν βιολογικά, χωρίς χημικά κρέατα.Ο ιδιοκτήτης του αγροκτήματος, Σκοτ Σέτλερ, δήλωσε πρόσφατα στην αμερικανική εφημερίδα «New York Times» ότι το αφέψημα του λαδιού ρίγανης έχει αποδειχθεί πιο αποτελεσματικό από οποιοδήποτε άλλο υποκατάστατο που είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν στο αγρόκτημα. Ο κτηνοτρόφος Σέτλερ αναγνωρίζει επίσης ότι υπάρχει κάτι περισσότερο στην επιτυχία του που δεν έχει να κάνει μόνο με την αντικατάσταση των αντιβιοτικών με το λάδι ρίγανης. Τονίζει ότι για επιτυχημένη κτηνοτροφία χρειάζονται:

  • Στέρεα διατροφικά πρότυπα για τα ζώα. 
  • Καθαρή κτηνοτροφική μονάδα με άφθονο φως και εξαερισμό. 




Στο αγρόκτημα «Bell & Evans», μετά από τη συλλογή των κοτόπουλων που αποστέλλονται για σφαγή, οι εργαζόμενοι καθαρίζουν τις γραμμές του νερού, απολυμαίνουν τα πάντα και στη συνέχεια κρατούν το χώρο κενό για 2-3 εβδομάδες για να επιτρέψουν σε επιβλαβή βακτήρια και μικροοργανισμούς να πεθάνουν, ενώ επίσης απαλλάσσουν τις εγκαταστάσεις από κάθε είδους νόσο που μεταδίδουν τα τρωκτικά. Καθώς εξαπλώνεται η επιτυχία του Σέτλερ και άλλες εκμεταλλεύσεις έχουν αρχίσει να ακολουθήσουν το παράδειγμα του. Η αλήθεια είναι πως και στη Ελλάδα αρκετές φάρμες προσφέρουν ποιοτικά βιολογικά κοτόπουλα, όπως η Biogreco, η Ορνις ποιών, κλπ, αλλά η χρήση ριγανέλαιου με τόσο θεαματικά αποτελέσματα σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη της, σίγουρα έχει πολύ ενδιαφέρον. Ειδικά μάλιστα από τη στιγμή που εκτρέφει και τα συμβατικά της κοτόπουλα με τον ίδιο τρόπο !!!


Ρίγανη κατά e-coli.

Όταν γίνεται λόγος για τη ρίγανη, ουκ έσται τέλος στη λίστα των ευεργετικών ιδιοτήτων της: αντιβακτηριδιακές, αντιμικροβιακές, αντιμυκητιακές, αντιοξειδωτικές κτλ. Μάλιστα, η ενσωμάτωσή της σε ζωοτροφές θα μπορούσε να δημιουργήσει σταδιακά μια νέα γενιά λειτουργικών τροφίμων (fun foods), σε αντικατάσταση των συνθετικών αντιοξειδωτικών, που χρησιμοποιούνται σήμερα, όπως δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Καθηγητής Γεωπονικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Δημήτρης Ντότας. «Από 100 κιλά ρίγανης, μπορούμε να πάρουμε 4-5 κιλά έλαιο, πλούσιο σε αρωματικές πολυφαινόλες, όπως η καρβακρόλη και η θυμόλη. Αν ενσωματώσουμε σε 100 κιλά ζωοτροφής μισό ή ένα κιλό ρίγανης ή εναλλακτικά 300 γραμμάρια αιθέριου ελαίου ανά τόνο, το μικροβιακό φορτίο μειώνεται μέχρι και κατά 50%, συμπεριλαμβανομένης της σαλμονέλας και του e-coli, για το οποίο εσχάτως γίνεται τόσος λόγος, αλλά και ενδοπαρασίτων στα κοτόπουλα», σημειώνει ο κ.Ντότας. 

Οι πολυφαινόλες που περιέχονται σε αρωματικά φυτά όπως η ρίγανη, μπορούν να κρατήσουν σε καλή κατάσταση τις μεμβράνες των ανθρώπινων κυττάρων, ενώ στην περίπτωση του χοιρινού κρέατος, του κοτόπουλου και των αβγών, προστατεύονται τα λιπαρά Ω3 από την οξειδωτική τάγγιση και έτσι επιμηκύνεται ο χρόνος της διατήρησής τους και αποφεύγονται οι χαρακτηριστικές οσμές (πχ, του κοτόπουλου). Μέχρι πρότινος, στις ζωοτροφές χρησιμοποιούνταν αυξητικά αντιβιοτικά, που μειώνοντας το μικροβιακό φορτίο στο πεπτικό σύστημα, επέτρεπαν στα ζώα να αναπτυχθούν πιο ομαλά και γρήγορα. Η χρήση αυτών των αντιβιοτικών απαγορεύτηκε με κοινοτική οδηγία το 2006 και αντικαταστάθηκε από τα συνθετικά αντιοξειδωτικά. «Βάσει, όμως, συνεχιζόμενης έρευνας που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Γεωπονική Σχολή του ΑΠΘ τα τελευταία 4-5 χρόνια, όλες οι ενδείξεις κατατείνουν στο ότι η ρίγανη μπορεί να αντικαταστήσει αυτές τις συνθετικές ουσίες και τα ευεργετικά χαρακτηριστικά της να περνούν τελικά στον άνθρωπο μέσω της τροφικής αλυσίδας», εξηγεί ο κ.Ντότας και προειδοποιεί με τη σειρά του ότι οι αγρότες δεν πρέπει να παρασύρονται από τον ενθουσιασμό και να στρέφονται μαζικά σε μονοκαλλιέργειες. Αν, όμως, η ρίγανη ενσωματωθεί τελικά στις ζωοτροφές, όπως όλα δείχνουν, τότε θα δημιουργηθεί μια ζήτηση της τάξης των 30.000 - 50.000 τόνων ετησίως, ανοίγοντας τον δρόμο για πολύ μεγαλύτερες καλλιέργειες, Ο ίδιος σημειώνει ότι, συνολικά στην Ελλάδα, υπολογίζεται ότι καλλιεργούνται ήδη με ρίγανη γύρω στα 30.000 στρέμματα